“Ο πολύτροπος Φατούρος” του Ν. Καλογήρου

Ο ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΣ ΦΑΤΟΥΡΟΣ (1928-2020)

Ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με τη διδαχή και το έργο του Δημήτρη Φατούρου ως φοιτητής στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ, στα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας. Στο μικροπεριβάλλον του Τμήματος είχε σταδιακά ανθήσει μια γόνιμη όαση παιδείας και στοχασμού, που οφειλόταν στη συνύπαρξη φωτισμένων δασκάλων και ανήσυχων φοιτητών. Ο ρόλος του Φατούρου στη λειτουργία αυτής της νησίδας προβληματισμού και δημιουργίας ήταν πρωταγωνιστικός.

Είχε ξεκινήσει το δικό του ταξίδι στην αρχιτεκτονική στην Αθήνα στο ΕΜΠ με δασκάλους τον Π. Μιχελή, τον Δ. Πικιώνη και τον Ν. Χατζηκυριάκο-Γκίκα. Ως νέος αρχιτέκτονας διεύρυνε τους ορίζοντες της δημιουργίας με εικαστικές, σχεδιαστικές, κατασκευαστικές δράσεις, αλλά και με γενικότερους στοχασμούς, φιλοσοφικούς και πολιτικούς, στο πλαίσιο της γεωιστορικής  ατμόσφαιρας της μετεμφυλιακής Ελλάδας.

Από το 1959 εγκαταστάθηκε, ως μέτοικος, στη Θεσσαλονίκη για να διδάξει αρχιτεκτονική στο νεοιδρυμένο Τμήμα Αρχιτεκτόνων της Πολυτεχνικής Σχολής, στο καινοτόμο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Η επιλογή της Θεσσαλονίκης, μακριά από την Αθήνα, το μοναδικό επίκεντρο των αποφάσεων στη σύγχρονη Ελλάδα, εμπεριείχε τον κίνδυνο μικρότερης προβολής και αναγνώρισης του έργου του. Ωστόσο, ο Δημήτρης Φατούρος κατάφερε να συντονιστεί με το λανθάνον κοσμοπολίτικο παρελθόν της πολυπολιτισμικής Θεσσαλονίκης και να συμβάλλει στην πολιτισμική αναβίωση της παρουσίας ενός αστικού κέντρου, που λειτουργεί διαχρονικά ως λιμάνι και ως σταυροδρόμι μεταξύ ανατολής και δύσης. Ο τίτλος του μεταγενέστερου βιβλίου του με τίτλο «Θεσσαλονίκη: Επιβίωση ή Μεγάλη Πόλη» (1993) ήταν εύγλωττος, καθώς εκεί επιχειρήθηκε μια ανάγνωση, αλλά και μια αναζήτηση της προοπτικής της πόλης σε σχέση με τη φυσική της γεωγραφία και το ιδιαίτερο ύφος της.

Μετά τη μετάβαση στη Θεσσαλονίκη, ή συνθετική ταυτότητα του σχεδιασμένου και υλοποιημένου έργου του Φατούρου εμπλουτίστηκε με πολυσήμαντες υποστάσεις. Στα νεανικά του έργα εμφανιζόταν ήδη με δυναμικό μοντερνιστικό λεξιλόγιο (Κολυμβητήριο Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, 1958), εντάσσοντας, παράλληλα, τοπικές αναφορές (κατοικίες στη Σαλαμίνα, 1953, Μαρκόπουλο, 1955 και Βάρκιζα, 1960), που απηχούσαν αφαιρετικά τις διδαχές του Πικιώνη.

Από τις ώριμες φάσεις του έργου του ξεχωρίζω τη μοναδική ακολουθία ιδανικών κατοικιών, έργων μικρής κλίμακας, που αναδεικνύουν τις πρωταρχικές αρχές της αρχιτεκτονικής, συνδιαλεγόμενες με τον τόπο και το περιβάλλον. Η κατοικία Καζάζη στο Πανόραμα (1962-1964) ήταν σημαντικός σταθμός, καθώς η κεντρική συνθετική ιδέα απηχούσε τις υπό διαμόρφωση προσεγγίσεις του αρχιτέκτονα για ένα συντακτικό των προτύπων γεωμετρικής οργάνωσης του χώρου. Την επόμενη δεκαετία, στη μικρή εξοχική κατοικία στην Περιστέρα της Χαλκιδικής (1971), ενσωματώθηκαν με οργανικό τρόπο οι αρθρώσεις κλειστών και ημιυπαίθριων χώρων σε μια φαινομενικά καθημερινή λαϊκότροπη προσέγγιση. Στις ακόλουθες μονοκατοικίες της Λήμνου (1986-1988), της Κιμώλου (1989, παραλλαγές-προτάσεις 4 και 5) και της Αίγινας (1996-1997), η συνθετική οργανικότητα οδηγήθηκε στο μεταίχμιο μιας πορείας προς το διαχρονικό και διατοπικό που ενσωμάτωνε επεξεργασμένες συνιστώσες του φυσικού πεδίου και της αδρής καθημερινής κατασκευής. Ακόμη, στην ειδική περίπτωση της κατοικίας στην Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης (1988-1990), η τομή και η διαπλοκή των όγκων επικράτησαν στη χωρική οργάνωση, όπου απουσίαζε κάθε τυποποίηση, ενώ η μορφολογική συγκρότηση επανερμήνευσε δημιουργικά τη διατεταγμένη αρχιτεκτονική που επιβάλλεται στον οικισμό.

Σε έργα δημόσιας αρχιτεκτονικής, η εξελικτική πορεία του σταδιακά κινήθηκε προς μιαν οργανική ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Αρχικά, η έμφαση δόθηκε στην ανάδειξη των δομικών καννάβων και της διαλεκτικής τυπολογίας αιθρίων – κλειστών χώρων: Εθνική Πινακοθήκη (1958), Αρχαιολογικά Μουσεία Καβάλας (1962), Φιλίππων (1963) και Γυμνάσιο Λαγκαδά (1965-1968, με τις οκταγωνικές τάξεις-κυψέλες).  Στη συνέχεια οι ευαίσθητες παρεμβάσεις στο τοπίο με τα νερά, στην αστική περιοχή της Δράμας (1982-1987) και στο Κέντρο του Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου στη Θεσσαλονίκη (1982-1985) με τις αναφορές στον μεσογειακό αστικό σχεδιασμό, εξέφραζαν στο χώρο τις αρχές της κοινωνίας των πολιτών, αποστασιοποιούμενες από την ιδρυματικότητα και την επισημότητα.

Η συλλογή των συνθετικών προσεγγίσεων του Φατούρου μπορεί να θεωρηθεί ως ακολουθία πρότυπων έργων, που εικονογραφούν την χαρακτηριστική αλλαγή παραδείγματος στη νεοελληνική αρχιτεκτονική, ενταγμένη σε μιαν απόπειρα διαλεκτικής υπέρβασης του διλήμματος μεταξύ τοπικότητας και παγκοσμιότητας που απασχόλησε ιδιαίτερα τη γενιά του. Τα έργα του ήταν ενταγμένα αρχικά στην εναλλακτική οπτική του μεταπολεμικού μοντερνισμού, όπως εκφράζονταν από το κίνημα των Team X. Παρέμειναν ανθρωποκεντρικά, προσεγγίζοντας στην όψιμη φάση και στις μετανεωτερικές αμφισβητήσεις, που εκφράστηκαν εδώ με ιδιαίτερη διακριτικότητα και κριτική προσέγγιση. Ήταν ιδιαίτερα εύστοχη η κριτική του στις πρόσφατες προσεγγίσεις των αρχιτεκτόνων αστέρων που χαρακτηρίστηκαν από το δάσκαλο, ως σχεδιαστικές  «υπερεκφράσεις».

Στην αλλαγή παραδείγματος στο έργο του συνέβαλλε το διαρκές ερευνητικό κα εργαστηριακό έργο του. Ο Φατούρος, αν και καθηγητής στο συνθετικό τομέα, δεν εντασσόταν στην τυπική περίπτωση του επαγγελματία αρχιτέκτονα με οργανωμένο γραφείο. Οι πολλαπλές προσεγγίσεις του, αρχικά εικαστικές, εξελίχθηκαν γρήγορα σε στοχαστικές προσεγγίσεις με κείμενα και σκαριφήματα. Η αφαιρετική γραφή του εμπεριείχε ταυτόχρονα συστηματικές αναλύσεις και ποιητικές εκφάνσεις. Προϊόν μιας διαρκώς διευρυνόμενης παιδείας, εκφράστηκαν με «Μαθήματα Συστηματικής Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής» (1971), που αναζητούσαν «Ένα Συντακτικό της Αρχιτεκτονικής Σύνθεσης» (1995) και εξελίχθηκαν προς ένα βιωματικό «Ίχνος Χρόνου» (2009), απαντώντας στο πρωταρχικό ερώτημα που ο ίδιος έθετε: «Τι σχεδιάζει η Αρχιτεκτονική» σε σύγκριση με την ποίηση που ίσως «εγγράφει κείμενα» και τη ζωγραφική που αποτυπώνει «χειρονομίες προθέσεων ή ερωτήσεων». Τα σχόλια και οι προβληματισμοί του διατυπώθηκαν όχι μόνο στο πλαίσιο της διδασκαλίας, αλλά και της επίκαιρης συγκυρίας με τη μορφή σημειώσεων και επιφυλλίδων, έκφρασης πολιτικών θέσεων, κοινωνικών διαντιδράσεων. Ανταποκρίνονταν στις θεάσεις ενός προσεκτικού και ενήμερου παρατηρητή, που διατηρούσε πλήρη εποπτεία στο ευρύ πεδίο του πολιτισμού, συμμετέχοντας ενεργά στη διαμόρφωση, όχι μόνο της αρχιτεκτονικής, αλλά και του ευρύτερου πλαισίου της ζωής των πολιτών στο σύγχρονο κόσμο.

Σύμφυτη με την ερευνητική–διδακτική και στοχαστική παρουσία του ήταν η συμμετοχή του στα κοινά. Ο πολίτης Φατούρος, ως πρύτανης του ΑΠΘ, Γενικός Διευθυντής Ανώτατης Εκπαίδευσης, υπουργός Παιδείας και υποψήφιος δήμαρχος Θεσσαλονίκης, συμμετείχε σε δράσεις και πρωτοβουλίες που επιδίωκαν μιαν ουσιαστική συμβολή στη δύσκολη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, αλλά και ευρύτερα στις προοπτικές εκσυγχρονισμού της διαχείρισης της πόλης και της κοινωνίας των πολιτών. Εντασσόταν ευδιάκριτα στον προοδευτικό χώρο, αν και δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η παρουσία του ως κομματική. Πάντα αναζητούσε τις ευρύτερες συναινέσεις και το διάλογο, χωρίς, ωστόσο, να αποφεύγει τις αντιπαραθέσεις, όταν η κατάσταση των πραγμάτων ή η συγκυρία το επέβαλε. Η φυσική του ανεκτικότητα και η διαλεκτική του στάση συνδυάζονταν με μιαν υποφώσκουσα αυστηρότητα και εμμονή στην αριστεία.

Από τα αδρομερή και αποσπασματικά μου σχόλια για την παρουσία του δασκάλου και στη συνέχεια συναδέλφου Μίμη Φατούρου, ελπίζω ότι τεκμηριώνεται ο χαρακτηρισμός του ως πολύτροπου και ανήσυχου flâneur-περιηγητή, με την ποιητική έννοια του Ομήρου και του Baudelaire, ο οποίος «πολλών ίδεν άστεα και νόον έγνω». Από το πολυσχιδές έργο του, εκείνο που μου είναι περισσότερο οικείο και, κατά τη γνώμη μου, ιδιαίτερα σημαντικό, ήταν η συμβολή του στην ανακατεύθυνση της αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Ειδικότερα, στο τμήμα μας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, με την εμβληματική παρουσία του Φατούρου και μιας ομάδας δημιουργικών καθηγητών και συνεργατών, διαμορφώθηκε μια ευδιάκριτη ταυτότητα, που αναζήτησε ευφάνταστες και εναλλακτικές προσεγγίσεις της διδακτικής και της έρευνας της Αρχιτεκτονικής. Οι επίγονοι, στους οποίους ανήκω, ανέλαβαν τη συνέχιση αυτού του ανοιχτού έργου αναζήτησης, διδασκαλίας και σύνθεσης. Εκτιμώ ότι, μέσα στους παρόντες εξαιρετικά δυσμενείς καιρούς, η ιδιαιτερότητα της σχολής της Θεσσαλονίκης παραμένει ορατή σε δράσεις της νεότερης γενιάς που εμφανίζουν ταυτόχρονα πνευματικές συνέχειες και καινοτομίες.

Η πολύτροπη προσέγγιση και διδαχή του Δημήτρη Φατούρου ανάδειξε τη σύζευξη οικουμενικών, ιστορικών και τοπικών παραμέτρων στη σύλληψη της διαχρονικής αντίληψης, βίωσης και διαρκούς ανασχεδίασης του χώρου που μας περιβάλλει.

Νίκος Καλογήρου,

Ομότιμος καθηγητής, Τμήμα Αρχιτεκτόνων ΑΠΘ